O αρχαιότερος πρόγονος της γάτας ήταν υπερσαρκοβόρο

Καλλιτεχνική απεικόνιση του πανάρχαιου υπερσαρκοβόρου με τους χαυλιόδοντες και την κρεατοφαγική διατροφή.

Στα δάση της Νότιας Καλιφόρνιας ζούσε πριν από περίπου 42 εκατ. έτη ένα άγνωστο μέχρι σήμερα είδος θηλαστικών με μέγεθος και χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτό μιας αγριόγατας με εξαίρεση δύο χαυλιόδοντες στη πάνω σιαγόνα. Τα απολιθώματα του ζώου είχαν εντοπιστεί πριν από τρεις δεκαετίες αλλά δεν είχε καταστεί εφικτή η ταυτοποίηση του.

Με δημοσίευση τους στην επιθεώρηση «PeerJ» παλαιοντολόγοι του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Σαν Ντιέγκο στη Καλιφόρνια αναφέρουν ότι πρόκειται για ένα από τα πρώτα ζώα, αν όχι πιθανώς το πρώτο, που ακολούθησαν διατροφή παρόμοια με αυτή της γάτας δηλαδή αποκλειστικά κρεατοφαγική. Η ανακάλυψη ανάμεσα στα άλλα θεωρείται πολύ σημαντική αφού θα φωτίσει την εξέλιξη των ζώων που ακολουθούν αυτή τη διατροφή. Το είδος που ονομάστηκε Diegoaelurus vanvalkenburghae ανήκει στην αποκαλούμενη κατηγορία των υπερσαρκοβόρων. 

Οι ερευνητές λένε ότι το στόμα του ζώου ήταν έτσι κατασκευασμένο ώστε να προστατεύονται οι χαυλιόδοντες με τους οποίους εξόντωνε και στη συνέχεια μπορούσε να τεμαχίσει το θήραμα του. Οι ειδικοί αναζητούν τις ρίζες της αποκλειστικά κρεατοφαγικής διατροφής αφού τα περισσότερα είδη στη μάχη της επιβίωσης εξελίσσονταν ώστε να τρώνε είτε φυτά που ήταν περισσότερο διαθέσιμα για κατανάλωση είτε να ακολουθούν συνδυασμό κατανάλωσης φυτών και θηραμάτων. 

«Πρόκειται για το αρχαιότερο είδος θηλαστικού με αυτά τα χαρακτηριστικά. Ελάχιστοι πρόγονοι των θηλαστικών ζώων διέθεταν χαυλιόδοντες και το Diegoaelurus και κάποια συγγενικά είδη είναι τα πρώτα που ανέπτυξαν αποκλειστικά κρεατοφαγική δίαιτα και διέθεταν χαυλιόδοντες. Είναι ένας συνδυασμός που διάφορες κατηγορίες ζώων που ζούσαν πριν από εκατ. έτη εξελίχθηκαν έτσι ώστε να τον διαθέτουν. Σήμερα η αποκλειστικά κρεατοφαγική διατροφή δεν είναι κάτι σπάνιο. Οι τίγρεις, οι πολικές αρκούδες και άλλα είδη την ακολουθούν. Αν έχετε μια γάτα στο σπίτι στην ουσία έχετε ένα υπερσαρκοβόρο» αναφέρει ο δρ. Άσλει Πουστ, μέλος της ερευνητικής ομάδας.

 



Πηγή