Το ανώτατο όριο ζωής του ανθρώπου είναι τα 150 έτη

Η συνεχής βελτίωση των συνθηκών της ζωής και η αλματώδης πρόοδος της ιατρικής και της επιστήμης γενικότερα τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει στην αξιοσημείωτη αύξηση του προσδόκιμου ζωής των ανθρώπων. Ένα ερώτημα που διατρέχει την επιστημονική κοινότητα τα τελευταία χρόνια είναι τα όρια της ανθρώπινης ζωής.

Έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές μελέτες οι οποίες λαμβάνοντας υπόψη διαφόρους παράγοντες όπως τις εξελίξεις στον τομέα των γονιδιακών παρεμβάσεων καταλήγουν σε συμπεράσματα για τις δυνατότητες επέκτασης των ορίων της ζωής στο ανθρώπινο είδος. Εκτός από τις μελέτες υπάρχουν οι απόψεις και οι προβλέψεις μεμονωμένων ειδικών με κάποιους να υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να ζει για πολλές εκατοντάδες έτη και πιθανώς να καταφέρνει να φτάνει τα χίλια έτη ζωής.

Ομάδα βιολόγων και βιοφυσικών πραγματοποίησε μια μελέτη για το προσδόκιμο ζωής του ανθρώπου. Οι ερευνητές βασίστηκαν σε ιατρικά και γονιδιακά δεδομένα δεκάδων χιλιάδων ατόμων από την Βρετανία και τις ΗΠΑ. Χρησιμοποίησαν ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης με το οποίο ανέπτυξαν μια εφαρμογή η οποία μπορεί να υπολογίζει το προσδόκιμο ζωής ενός ανθρώπου βάση των προσωπικών δεδομένων του.

Το σύστημα λαμβάνει υπόψη του την ηλικία ενός ανθρώπου, αν πάσχει από κάποιες ασθένειες, την ψυχολογική του κατάσταση (π.χ άγχος) καθώς και τον τρόπο της ζωής του. Στην συνέχεια το σύστημα αναλύει το πώς όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν το σώμα και τον οργανισμό του καταλήγοντας σε μια ασφαλή (θεωρητικά) εκτίμηση για το προσδόκιμο της ζωής του. Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι πώς σε κάθε περίπτωση ακόμη και υπό τις ιδανικότερες συνθήκες ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει περισσότερο από 150 έτη.

Το συμπέρασμα αυτό από την μια πλευρά προκάλεσε απογοήτευση σε όσους πίστευαν και φυσικά σε όσους θα ήθελαν το προσδόκιμο της ζωής να είναι μεγαλύτερο. Από την άλλη πλευρά τα 150 έτη είναι σχεδόν διπλάσια από τα 80 έτη που είναι ο σημερινός μέσος χρόνος προσδόκιμου ζωής τουλάχιστον στον αναπτυγμένο κόσμο.

Την μελέτη πραγματοποίησαν επιστήμονες της εταιρείας βιοτεχνολογίας Gero στην Σιγκαπούρη και του Κέντρου Καρκίνου Roswell Park στην Νέα Υόρκη και την δημοσιεύουν στην επιθεώρηση «Nature Communications».



Πηγή