Πώς ο κορωνοϊός επηρεάζει τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια

Ιδιαίτερο και αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και θνητότητας έχουν όσοι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια διαγνωσθούν θετικοί στον κορωνοϊό, όπως προκύπτει από δημοσίευση της θεραπευτικής κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πιο συγκεκριμένα, οι καθηγητές Αλέξανδρος Μπριασούλης και Θάνος Δημόπουλος συνοψίζουν τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας και προειδοποιούν ότι η λοίμωξη COVID-19 μπορεί να προκαλέσει μυοκαρδιακή βλάβη είτε άμεσα ή έμμεσα.

Άλλωστε, δημοσιευμένες μελέτες έχουν δείξει μυοκαρδιακή προσβολή με αύξηση βιοχημικών δεικτών στο ένα τρίτο των νοσηλευόμενων. Επίσης η μελέτη της καρδιακής λειτουργίας με υπέρηχο εντοπίζει συχνότερα διάταση και δυσλειτουργία της δεξιάς κοιλίας καθώς και διαταραχές της διαδικασίας χάλασης (διαστολικής λειτουργίας) της αριστερής κοιλίας.

Οι υποκείμενοι μηχανισμοί που ευθύνονται για την καρδιακή δυσλειτουργία είναι οι ακόλουθοι: α) Η συστηματική φλεγμονή, σε συνδυασμό με (β) τα χαμηλά επίπεδα οξυγόνου και (γ) τη δημιουργία θρομβώσεων. Επιπλέον, νεκροτομικές μελέτες σε ασθενείς που απεβίωσαν εξαιτίας λοίμωξης COVID-19, έδειξαν παρουσία γενετικού υλικού του ιού SARS-CoV-2 στο μυοκάρδιο σχεδόν στα δύο τρίτα των αποθανόντων.

Επομένως, αν και η κυρίαρχη βλάβη προκαλείται εξαιτίας της διάχυτης φλεγμονής στο πλαίσιο της λοίμωξης COVID-19, δεν αποκλείεται η άμεση βλάβη της καρδιάς από τον ίδιο τον ιό. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι η λοίμωξη με COVID-19 δύναται όχι μόνο να απορρυθμίσει την καρδιακή ανεπάρκεια σε ήδη νοσούντες αλλά και να επιδεινώσει μια ήπια ασυμπτωματική προϋπάρχουσα καρδιακή δυσλειτουργία και να οδηγήσει σε μακροχρόνιες επιπλοκές.

Ο αυξημένος κίνδυνος επιπλοκών σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, επιβάλει τον υψηλό δείκτη υποψίας μυοκαρδιακής βλάβης από την πλευρά των θεράποντων ιατρών, τόσο σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιακή νόσο όσο και σε αυτούς με παράγοντες κινδύνου για καρδιακή ανεπάρκεια (διαβήτης, παχυσαρκία, γνωστή στεφανιαία νόσος). Η πρώιμη διάγνωση με χρήση καρδιακών βιοδεικτών, καρδιογραφήματος και συχνά υπερήχων καρδίας είναι σημαντική για την εντόπιση αρρυθμιών, επιδείνωσης της ήδη υπάρχουσας καρδιακής νόσου και την έγκαιρη διάγνωση εμφράγματος μυοκαρδίου. Η αξία των διαγνωστικών εξετάσεων με επίκεντρο την καρδιά έχει και προγνωστικό ρόλο και αξία στην μακροχρόνια παρακολούθηση τυχών επιπλοκών.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών με Καρδιακή Ανεπάρκεια, οι οποίοι έχουν νοσήσει από COVID-19, βασίζεται στην πρώιμη αναγνώριση καρδιακής δυσλειτουργίας και επιπλοκών και στην εφαρμογή υποστηρικτικών μέτρων τα οποία κατευθύνονται προς την θεραπεία των επιπλοκών (αρρυθμίες, έμφραγμα, κλπ).

Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι ιδιαίτερη αξία έχει η πρόληψη της λοίμωξης. Οι κύριοι άξονες της πρόληψης στους ασθενείς αυτούς, είναι:

  • λήψη ατομικών μέτρων προστασίας (σωματική απομάκρυνση, χρήση μάσκας, τακτικό και προσεκτικό πλύσιμο χεριών, χρήση αντισηπτικών)
  • αποφυγή επισκέψεων σε νοσοκομειακές και ιατρικές μονάδες εκτός αν συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι (τακτική παρακολούθηση από τον ιατρό τους, συμπτώματα επιδείνωσης της νόσου ή συμπτώματα λοίμωξης COVID-19)
  • συνέχιση χρήσης όλων των συνταγογραφημένων φαρμάκων (β-αναστολείς, αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτενσίνης, αναστολείς υποδοχέα αγγειοτενσίνης σε συνδυασμό με σακουμπιτρίλη, αναστολής αλδοστερόνης, διουρητικά χωρίς διακοπή) και υγιεινοδιαιτητικών μέτρων
  • επικοινωνία και ενημέρωση του προσωπικού ιατρού για οποιαδήποτε μεταβολή στην κατάστασή τους ώστε να διαγνωστούν έγκαιρα επιδείνωση νόσου ή/και επιπλοκές. Σε αρκετές χώρες του εξωτερικού η τηλεϊατρική έχει αποδειχθεί πολύτιμο εργαλείο για την τακτική παρακολούθηση των ασθενών αυτών ως μέσω αποφυγής έκθεσης των ασθενών αυτών στον ιό SARS-CoV-2 σε ιατρικές μονάδες. 

Συμπερασματικά, καταλήγουν οι δύο καθηγητές, η λοίμωξη COVID-19 μπορεί να επιδεινώσει ή/και να προκαλέσει εκ νέου καρδιακή ανεπάρκεια μέσω άμεσης αλλά και έμμεσης βλάβης της καρδιάς. Εξαιτίας του αυξημένου κίνδυνου θανατηφόρων επιπλοκών, επιτακτική είναι η επαγρύπνηση για έγκαιρη αναγνώριση αυτών, η λήψη προσωπικών μέτρων προστασίας από τη μεριά των ασθενών καθώς και η τακτική επικοινωνία με τον ιατρό ώστε να μην παραμελείται η φροντίδα της υποκείμενης νόσου.



Πηγή