Η «επανάσταση» του Βραζιλιάνου διαιτητή

Ο Ιγκόρ Μπενεβενούτο, ήταν ένας φτωχός ποδοσφαιριστής, ο οποίος αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας διαιτητής και ασχολήθηκε -χωρίς ουσιαστικά να του αρέσει- με το ποδόσφαιρο, προκειμένου να αποφύγει τον χαρακτηρισμό «λίγο queer» από τους συμμαθητές του.

Ως έφηβος, ο Βραζιλιάνος διαιτητής «ανακάλυψε» ένα πάθος για την διαιτησία, την οποία χρησιμοποίησε ως «καμουφλάζ» στην αρχή, αλλά τώρα παίζει στο υψηλότερο επίπεδο. Στα 41 χρόνια του, ο Μπενεβενούτο, δεν κρύβεται πλέον, αφού αποφάσισε να αποκαλύψει δημόσια την ομοφυλοφιλία του.

 Επέλεξε έτσι τον τρόπο, για να απελευθερωθεί από ένα «συναισθηματικό φορτίο», αλλά και να λειτουργήσει ως παράδειγμα και να συμβάλει στην καταπολέμηση της μισαλλοδοξίας, σε μια χώρα όπου η ομοφοβία είναι έντονα παρούσα και ειδικά στον κόσμο του ποδοσφαίρου.

«Θέλω να δείξω, ότι το ποδόσφαιρο είναι ένας χώρος κοινωνικοποίησης, που μπορεί να φιλοξενήσει οποιονδήποτε τύπο ανθρώπου, ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματος, τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή οποιαδήποτε άλλη κατάσταση. Είναι ένα δικαίωμα που πρέπει να γίνει σεβαστό», δήλωσε ο Μπενεβενούτο, στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP,) από την πόλη Μπέλο Οριζόντε, στα νοτιοανατολικά της Βραζιλίας.

 Επαγγελματίας διαιτητής από το 2009, ο 41χρονος άνδρας, διευθύνει τακτικά, αγώνες στην πρώτη κατηγορία της Βραζιλίας. Από πέρυσι, είναι ένας από τους επίσημους διαιτητές της FIFA, που δικαιούνται να «σφυρίξουν» σε διεθνείς αγώνες.

 Και από το 2020, εκτός από αυτές τις δραστηριότητες, έχει ξαναρχίσει το νοσηλευτικό του επάγγελμα για να μπει στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά της Covid-19.

 

Η αποκάλυψη

Η απόφασή του να αποκαλύψει την ομοφυλοφιλία του στο podcast «Os armarios dos vestiarios» (σ.σ. τα αποδυτήρια) τον περασμένο Ιούλιο, άλλαξε την ζωή του.

«Πριν, έπρεπε να κρύβομαι συνεχώς, να κρύβω την έλξη μου για τους άνδρες», λέει ο Μπενεβενούτο και προσθέτει: «Ποτέ δεν ήμουν απόλυτα χαρούμενος, είχα λίγους φίλους, φοβόμουν ότι ο κόσμος θα μου έκανε ερωτήσεις για την ιδιωτική μου ζωή. Υπέφερα από κατάθλιψη, χρειαζόμουν ψυχολογική υποστήριξη γιατί πίστευα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα».

Οι αποτυχίες του, άρχισαν από τα πρώτα παιδικά του χρόνια. Στη γειτονιά του, τα αγόρια που δεν έπαιζαν ποδόσφαιρο, γίνονταν δέκτες λεκτικών επιθέσεων και ήταν «δακτυλοδεικτούμενα». Αυτή η εχθρότητα προς τους ομοφυλόφιλους, τον έκανε να μισήσει αυτό το παιχνίδι. Δεν ήταν καθόλου καλός με την μπάλα, αλλά έπαιξε για να αποφύγει το «στίγμα».

 Το 1994, η «σελεσάο» κατέκτησε τον τέταρτο παγκόσμιο τίτλο της στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο νεαρός Ιγκόρ, 13 ετών τότε, θυμάται κυρίως τις πολύχρωμες φανέλες των διαιτητών, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει για πρώτη φορά την παραδοσιακή μαύρη στολή στο Παγκόσμιο Κύπελλο.

 Και αντί να παίζει με άλλους νέους στη γειτονιά, ο Βραζιλιάνος έφηβος αποφάσισε ότι από εδώ και πέρα θα διαιτητεύει τους αγώνες τους.

 

«Καμουφλάζ»

«Ηταν ένας τρόπος να παραμείνω συνδεδεμένος με το ποδόσφαιρο με ένα είδος καμουφλάζ, να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα που κρύβει την σεξουαλικότητά μου», παραδέχεται και εξηγεί: «Ο διαιτητής είναι σύμβολο εξουσίας, είναι αυτός που διοικεί, που υπαγορεύει τους κανόνες. Ένας αρκετά ανδρικός ρόλος, ακόμα κι αν παραμένει δευτερεύων σε αυτό το παιχνίδι. Δεν τρελαίνομαι για το ποδόσφαιρο, όπως ένας οπαδός που θα έκανε τα πάντα για να δει έναν αγώνα. Αλλά έμαθα να εκτιμώ το παιχνίδι».

 Ο κόσμος του ποδοσφαίρου παραμένει εχθρικός για την «LGBT+» κοινότητα, σε μια χώρα όπου οι επιθέσεις σε ομοφυλόφιλους είναι καθημερινές και όπου τα ομοφοβικά τραγούδια αντηχούν τακτικά στα γήπεδα.

«Υπάρχουν πολλές προκαταλήψεις στο ποδόσφαιρο, ειδικά στη Βραζιλία. Οι γκέι φοβούνται μήπως δεχθούν επίθεση από οπαδούς, σωματική ή λεκτική», καταγγέλλει ο Ιγκόρ Μπενεβενούτο και συνεχίζει: «Κάποιοι επαγγελματίες του ποδοσφαίρου φοβούνται επίσης μήπως βρεθούν άνεργοι, γι’ αυτό φοβούνται να συμβιβαστούν με τη σεξουαλικότητά τους. Είναι σημαντικό να βλέπεις την εθνική ομάδα γυναικών της Βραζιλίας, να υπερασπίζεται αυτόν τον σκοπό, δημοσιεύοντας φωτογραφίες με την σημαία του ουράνιου τόξου. Είναι ένα σημαντικό βήμα για την καταπολέμηση της προκατάληψης, η οποία είναι περισσότερο ριζωμένη στους άνδρες. Πάντως, σήμερα, είμαι καλά με τον κόσμο του ποδοσφαίρου και όλοι με στηρίζουν».

Πηγή: ΑΜΠΕ



Πηγή